Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

"Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας" & κάτι δικά μου (!)


"Στο μεγάλο λιβάδι καταμεσής είχε φυτρώσει μια ψηλόλιγνη λεύκα. Κανένας δεν θυμόταν πότε και πως. Ίσως ούτε κι η ίδια θα μπορούσε να απαντήσει. Όλοι την θαύμαζαν για τη λυγεράδα, την κορμοστασιά της και προπαντός για την ασημένια της φορεσιά. Ποιος όμως θα το φανταζόταν πως ήταν μια δυστυχισμένη λευκά. Όσο μακριά κι αν έστελνε το βλέμμα της δε συναντούσε άλλο δέντρο. 
«Ολομόναχη, λοιπόν, χωρίς φίλους, χωρίς κάποιον να αλλάξω δυο κουβέντες», συλλογιζόταν...
[...] Έτσι περνούσαν οι μήνες και τα χρόνια κι όλα φαίνονταν άχρωμα στη λευκά. Ώσπου μια μέρα άρχισε η ζωή να της χαμογελάει. Ήταν μια φθινοπωριάτικη μέρα μ' έναν ήλιο ολόχρυσο, που απλώθηκε στο λιβάδι μετά την πρωινή βροχή. Φρεσκοπλυμένη από τη βροχή γυάλιζε η λευκά ένα ένα τα ασημένια φύλλα της. Έφτασε τέλος να γυαλίσει και τα πιο ψηλά, όταν είδε να κατηφορίζει από τους πέρα λόφους ένα κάτασπρο άλογο. Κάτασπρο σαν το χιόνι. Τόσο περήφανο άλογο δεν είχε ξαναπατήσει στο λιβάδι. 
[...] Κι όσο πλησίαζε το άλογο, αυτή δε χόρταινε να το κοιτάζει. Πήγε να σπάσει από χαρά η καρδιά της, όταν το άσπρο άλογο σταμάτησε εκεί κοντά κι ο καβαλάρης το έδεσε στον κορμό της. 
[...] Όμως το άλογο ούτε που γύρισε να την κοιτάξει. Και πρώτα γιατί ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό να κάνει παρέα με ένα δέντρο. Κι ύστερα, από μικρό δεν συμπαθούσε και πολύ τα δέντρα, γιατί συχνά το έδεναν στον κορμό τους, ενώ αυτό θα προτιμούσε να καλπάζει λεύτερο σε κάμπους και βουνά. Και τι παρέα να κάνει μ’ ένα δέντρο, αφού τα δέντρα, όπως νόμιζε, δεν ξέρουν να μιλούν. 
Πέρασε μια, πέρασαν δυο, πέρασαν τρεις μέρες κι η λεύκα αποτραβήχτηκε ξανά στη θλίψη και στη μοναξιά της, κι ας είχε τώρα εκεί στα πόδια της το πιο όμορφο άλογο. Προσπάθησε πολλές φορές να του μιλήσει μα αυτό ούτε που κατάλαβε. Όμως η μοναξιά άρχισε με τις μέρες να τρυπώνει σιγά σιγά και στην καρδιά του άλογου, έτσι δεμένο όπως ήταν με τις ώρες. 
Ένα μεσημέρι σήκωσε το κεφάλι του ψηλά κι αγκάλιασε για πρώτη φορά με το βλέμμα του τη λεύκα.
«Ποπό! Τι λυγερή που είναι! Και τι όμορφη! Και τα φύλλα της λες κι έχουν πάνω τους καθαρό ασήμι! Μα πόσο θα πρέπει να είναι δυστυχισμένη εδώ ολομόναχη μέσα στο λιβάδι», σιγοψιθύρισε το άλογο και συνέχισε να την θαυμάζει.
-Αχ, σε ευχαριστώ που με καταλαβαίνεις, ακούστηκε τότε μια λεπτή μελωδική φωνή να βγαίνει από τη φυλλωσιά της λεύκας μαζί με ένα θρόισμα ελαφρύ.
Και το άλογο δεν πίστευε στα αυτιά του. Αλήθεια, ήταν η λεύκα που του μίλησε.
-Ώστε έχετε φωνή και σεις τα δέντρα; Είπε απορημένα. Και γω που ξέρω μόνο τη γλώσσα των ζωών πώς γίνεται και καταλαβαίνω τη δική σου γλώσσα;
Και τότε η λευκά χαρούμενη που επιτέλους πια την άκουσε το άσπρο άλογο απάντησε:
-Το καθετί πάνω στη γη έχει τη γλώσσα του. Κι είναι γλώσσες που για να τις μάθεις χρειάζεται να τις σπουδάζεις χρόνια και χρόνια. Υπάρχουν όμως κι ένα σωρό άλλες γλώσσες. Για να τις καταλάβεις αυτές, φτάνει μόνο να θέλεις να τις καταλάβεις, να δώσεις προσοχή σ’ αυτόν που προσπαθεί να σου μιλήσει.
Από τη μέρα εκείνη το άσπρο άλογο δεν έβλεπε τη στιγμή να ξεκινήσει με το αφεντικό του για το χωράφι. Ανυπομονούσε να βρεθεί μια ώρα αρχύτερα κοντά στη λεύκα. Κι η λεύκα τις νύχτες που να κλείσει μάτι. Μετρούσε τις στιγμές που της φαίνονταν τώρα αιώνες και παρακάλαγε τον ήλιο να ανατείλει πιο νωρίς για να δει το άλογο να κατηφορίζει από τους πέρα λόφους. [...] Είχε ξεχάσει για τα καλά η λεύκα την μοναξιά. Και το άλογο τώρα ένιωθε μοναξιά σαν ήταν μακριά της, παρ’ όλο που  η παρέα δεν του έλειπε στο αγροτόσπιτο του αφεντικού. 
Όμως ένα πρωί το άλογο δε φάνηκε. Όσο και αν τέντωνε η λεύκα τα ψηλότερα κλαδιά της μήπως το δει να έρχεται από μακριά, τίποτα, τίποτα. Ούτε την άλλη μέρα φάνηκε, ούτε την παράλλη. Τότε κατάλαβε η λεύκα πως είχαν τελειώσει πια οι δουλειές στο διπλανό χωράφι και πως μ’ αυτές τελείωσαν οι όμορφες μέρες και η δική της ευτυχία.
«Πάει με τον καιρό θα με ξεχάσει το άσπρο άλογο», συλλογιζόταν κι η καρδιά της βάραινε σαν σίδερο. Σκέψεις παρόμοιες όμως έκανε και το άσπρο άλογο, που όλη τη μέρα δούλευε τώρα αλλού. Και τις νύχτες έμενε δεμένο μπροστά στην πόρτα του αγροτόσπιτου. «Αχ, η λεύκα θα νομίζει πως την ξέχασα». Και τα μάτια του πλημμύριζαν θλίψη. [...] Τώρα κατάλαβε πόσο βαθιά αγάπαγε την λεύκα. Και τι δεν θα έδινε να της έστελνε ένα μήνυμα, ένα σημάδι, πως δεν την ξέχασε, πως δεν το ήθελε να μένει μακριά της και άλλα τέτοια. 
[...] «Δεν το αντέχω άλλο, θα σπάσω το σχοινί. Η λεύκα με χρειάζεται και τη χρειάζομαι κι εγώ». Και μια και δυο σπάει το σχοινί και αρχίζει να καλπάζει ξέφρενα προς το λιβάδι. Πρόβαλε τότε ξαφνικά στο χειμωνιάτικο ουρανό ένα ολοστρόγγυλο πελώριο φεγγάρι που ασήμωσε τους γύρω λόφους. 
[...] Γρήγορο σαν τον άνεμο έφτασε κοντά της. Σηκώθηκε στα πισίνα του πόδια για να τη φιλήσει στο μάγουλο. 
Προσπάθησε και αυτή να σκύψει, γιατί το ήθελε και αυτή να φιλήσει το άλογο. Μα ο κορμός της κόντεψε να σπάσει. Δεν τα κατάφεραν. Ίσως μια άλλη φορά... Ύστερα ξάπλωσε το άλογο στα πόδια της και αυτή τίναξε τα κλαδιά της και του έριξε όσα φύλλα δεν της είχε πάρει ο χειμώνας για να το ζεστάνει. 
-Λεύκα μου τώρα έμεινες ολόγυμνη, θα ξεπαγιάσεις.
-Μην νοιάζεσαι, του απάντησε .Είμαι συνηθισμένη εγώ να περνάω το χειμώνα χωρίς την ασημένια φορεσιά μου. Στεναχωριέμαι μόνο που όταν με γνώρισες ήμουν φουντωτή και όμορφη...ενώ τώρα...
-Για μένα είσαι όμορφη όπως και να είσαι-τη διέκοψε το άλογο. Άλλωστε η άνοιξη θα σου φέρει καινούργια φορεσιά.
Εκείνη την στιγμή ακούστηκε από πάνω τους μια κοροϊδευτική βραχνή φωνή:
-Για δες, τι παράξενη, τι αταίριαστη αγάπη είναι πάλι και τούτη. Πάει χάλασε ο κόσμος. Ένα άλογο με μια λεύκα. Ας γελάσω...
Σήκωσαν τα μάτια τους και είδαν να περνάει ένα μαύρο κακομούτσουνο σύννεφο.
-Θα τρέξω να πω τα νέα και στα άλλα σύννεφα πίσω από τους λόφους να γελάσουμε με την ψυχή μας. Τέτοιο αστείο θέαμα έχω να δω πολύ καιρό, είπε το κακομούτσουνο σύννεφο και βιάστηκε να φύγει.[...]
-Χιλιάδες χρόνια ταξιδεύω πάνω στη γη, απ' τη μία της άκρη ως την άλλη. Είδαν πολλά τα μάτια μου. Πρώτη φορά μου συναντώ αγάπη τόσο όμορφη, τόσο ταιριαστή.
Ήταν το ολοστρόγγυλο φεγγάρι που είχε γλιστρήσει αθόρυβα από τον ουρανό και στάθηκε πάνω τους λούζοντας τα με ασημένιο φως.
[...]Την άλλη νύχτα όταν οι άνθρωποι κοιμόταν σ’ ολόκληρη την γη, της πρότεινε ένα μικρό περίπατο. Ξαφνιάστηκε η λεύκα.
-Περίπατο εγώ; Εγώ είμαι δέντρο. Το ξέχασες καλό μου άσπρο άλογο; Τα δέντρα μένουν ριζωμένα στην ίδια θέση.
-Το ξέρω μένουν ακίνητα γιατί κανένα ποτέ δεν δοκίμασε να περπατήσει. Μα είμαι σίγουρο πως μαζί μου θα κάνεις λίγα βήματα απόψε. Θα είσαι εσύ το πρώτο δέντρο που θα περπατήσει στη γη.
Κι έτσι έγινε. Ήταν υπέροχη εκείνη η νύχτα που η λεύκα περπάταγε καμαρωτά πλάι στο άσπρο της άλογο, κάτω από το ολοστρόγγυλο φεγγάρι. Ναι, ήταν εκεί και ο φίλος τους το φεγγάρι, που βγήκε επίτηδες να τους φωτίσει το δρόμο. Και απόψε έβαλε τα δυνατά του να γίνει πιο λαμπερό.
[...]Στο μεταξύ μπήκε η άνοιξη. Και τούτη τη φορά δώρισε στη λεύκα μια ασημένια φορεσιά που όμοια της δεν είχε ξαναφορέσει ποτέ λεύκα πάνω στη γη. Το άσπρο άλογο την καμάρωνε. [...] Τις νύχτες συνεχίζονταν οι περίπατοί τους. Και μια από αυτές τις νύχτες νάσου πάλι ο φίλος τους το φεγγάρι, τριγυρισμένο από εκατομμύρια αστέρια. Χαμήλωσε, χαμήλωσε, χαμήλωσε κι άλλο, ώσπου κάθισε στην κορυφή της λεύκας.
-Σας έφερα το δώρο σας, νάτο! Είπε χαρούμενα και τους έδειξε ένα κόκκινο σακούλι. Μου το έδωσε η καλή νεράιδα από το γειτονικό μου αστέρι. Μέσα του έχει μια μαγική χρυσόσκονη! Όταν τη ρίξω πάνω σας θα γίνετε και οι δυο σας ίδιοι. Δε θα είστε πια διαφορετικοί. Και θα χαρείτε έτσι την αγάπη σας χωρίς εμπόδια και πρόβλημα κανένα. Διαλέξτε: Θέλετε να ζήσετε σαν άλογα ή σαν λεύκες;
Και τότε όπως γίνετε στις πολύ μεγάλες αγάπες, του απάντησαν με μια φωνή, σαν να είχε διαβάσει ο ένας τη σκέψη του άλλου:
-Σε ευχαριστούμε, φεγγαράκι, για το δώρο σου, μα προτιμάμε να μείνουμε έτσι όπως είμαστε. Είμαστε τόσο ευτυχισμένοι. Η αγάπη μας δε χρειάζεται τη μαγική χρυσόσκονη.
-Εγώ συνέχισε η λεύκα, ξέρω καλά πόσο αρέσει στο άσπρο μου άλογο να τρέχει ξέφρενο μακριά, να καλπάζει. Θα ήταν κρίμα να γίνει λεύκα και να ριζώσει. Εμένα πάλι δεν μ αρέσει να καλπάζω. Μου φτάνουν οι νυχτερινοί περίπατοι. Αντίθετα με ευχαριστεί να λικνίζομαι στο απαλό αεράκι.
-Έχει δίκιο η λεύκα μου, συμπλήρωσε το άλογο, θα ξεκουράζομαι στα πόδια της. Πάντα κοντά της θα γυρίζω. Για μας η αγάπη μας είναι τόσο ταιριαστή! Κι έτσι θα μείνουμε, εκείνη λεύκα, άλογο εγώ.
Και πριν προλάβει να τελειώσει τα λόγια του το άλογο, ένιωσε να ψηλώνουν τα πόδια του. Κι η λεύκα έσκυψε πρώτη φορά τόσο πολύ χωρίς πόνους στη μέση της. Έτσι έδωσαν το πρώτο τους φιλί..."
Αποσπάσματα από το παραμύθι του Χρήστου Μπουλώτη 
"Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας"

Και τα δικά μου:
Στην πρώτη ανάγνωση του παραμυθιού το πρώτο πράγμα που κράτησα και ο λόγος που ήθελα να το μοιραστώ ήταν οι λίγες γραμμές που έχω υπογραμμίσει πιο πάνω. Το μαύρο κακομούτσουνο σύννεφο. Μαύρο και άσχημο όπως οι κακοπροαίρετοι άνθρωποι που δεν έχουν παρά ένα κακό λόγο για όσα δεν μπορούν να φτάσουν. Παντού και πάντα υπάρχουν μαύρα σύννεφα και ποτέ δεν είναι μόνο ένα!
Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντάς το άρχισα να βρίσκω κι άλλα ενδιαφέροντα. Η ανάλυση του στο σημερινό μάθημα ήταν δυστυχώς εξαντλητική και προσπάθησα για την ώρα να την ξεχάσω. Προβλήματα ετερότητας και θεματικοί κύκλοι δεν με ενδιαφέρουν στην παρούσα φάση. Δεν ξέρω τι είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας και τι ήθελε να περάσει στα παιδιά (και όχι μόνο) και για την ώρα δεν με νοιάζει. 
Γιατί πολύ απλά εγώ δεν είδα κανένα πρόβλημα διαφορετικότητας παρά μία υπάρχουσα πραγματικότητα και καθόλα ταιριαστή. Δύο πρόσωπα με κάποιες διαφορές, εμφανείς και μη, που συμπληρώνουν το ένα το άλλο και είναι ευτυχισμένα. Και μαζί μ' αυτά οι κακοπροαίρετοι και οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι. 
Είναι θαύμα πώς η αγάπη και η αποδοχή του άλλου ως έχει μπορούν να οδηγήσουν σε ευτυχισμένο τέλος. Παρόλα αυτά δυστυχώς οι άνθρωποι συνήθως δεν έχουν το χρόνο και τη διάθεση να κατανοήσουν και να αποδεχτούν τους άλλους. Γι' αυτό και οι ανθρώπινες σχέσεις συχνά καταλήγουν σε "Βατερλό". Αν σκεφτούμε και λίγο τα λόγια των "μαύρων σύννεφων" στη ζωή μας τα πράγματα σαφώς χειροτερεύουν.
Το θέμα λοιπόν είναι να τα έχουμε καλά με τον εαυτό μας, να αποδεχόμαστε τους άλλους και να αγνοούμε αυτούς που κακοπροαίρετα κριτικάρουν εμάς και τις σχέσεις μας. Και τότε θα γίνουμε αν όχι ευτυχισμένοι (γιατί η πραγματικότητα δεν είναι παραμύθι!) σίγουρα περισσότερο χαρούμενοι!
Και για ακόμα μια φορά δικαιώνομαι ότι πολλά παραμύθια αλλιώς διαβάζονται από τα παιδιά και αλλιώς απ' τους μεγάλους κι απλά αναρωτιέμαι για ποιον από τους δύο έχουν γραφτεί! Κι αν έχω να πω κάτι στους "ΜΕΓΑΛΟΥΣ" που σνομπάρουν όλα αυτά είναι: ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2012

Κομμένα φτερά...



Μικρό παιδί στην πρώτη τάξη,
και το θυμάμαι σαν και τώρα,
μου είπε η μαμά μου «Θα 'σαι εντάξει!
Κάποτε φτάνει αυτή η ώρα!
Άσε το χέρι μου και μόνη σου προχώρα.
Ήρθε η στιγμή κάποιο σπουργίτι να πετάξει!».


Το 'ξερα πως ο ουρανός
δε θα με χώραγε εμένα
και χάθηκα μες στα παιδιά
για να μην πάρουν μυρωδιά
πως και τα δυο μου τα φτερά ήταν κομμένα!



Κι ήρθε η καρδιά να με διδάξει
το παραμύθι πως τελειώνει.
Μου 'πε «Μην κλαις θα είσαι εντάξει,
Είναι κακό να μένεις μόνη.
Ένα σπουργίτι δεν αντέχει τόσο χιόνι.
Μ' άλλα σπουργίτια μια φωλιά πρέπει να φτιάξει!».


Το 'ξερα πως ο ουρανός
δε θα με χώραγε εμένα
κι ήταν η σκέψη μου σωστή,
πετάνε φίλοι και γνωστοί
και τους κοιτάζω με τα δυο φτερά κομμένα!

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Είναι το κάρμα (;)


Ποτέ δεν πίστευα πως στους καλούς ανθρώπους συμβαίνουν καλά πράγματα και στους κακούς κακά. Θεωρούσα πως η επιλογής της "μοίρας" είναι τυχαία! Σαν να μπαίνουν οι ζωές μας σε μια συνεχόμενη κλήρωση και κάποιος τραβάει για τις αποτυχίες, τις επιτυχίες μας, για όλα! Τελευταία όμως αρχίζω να αναθεωρώ γιατί βλέπω ανθρώπους που έχουν κάνει κακές πράξεις, κακές σκέψεις να τα "πληρώνουν".
Ο καθένας από εμάς, η ζωή του, είναι αποτέλεσμα των πράξεων, των σκέψεων, των συναισθημάτων του. Ναι, μπορεί στους καλούς ανθρώπους να συμβαίνουν άσχημα πράγματα. Μα τα αντιμετωπίζουν με τόσο διαφορετικό τρόπο από τους άλλους! Η καλοσύνη είναι το μεγαλύτερο όπλο και δώρο στα χέρια των ανθρώπων. Και το πιο ισχυρό απέναντι σε κάθε τι κακό. Όμως δυστυχώς λίγοι είναι αυτοί που το χρησιμοποιούν καθαρό και ανιδιοτελές και ακόμα λιγότεροι αυτοί που πραγματικά το έχουν.
Δεν υπάρχει επιλεκτική καλοσύνη. Το ξέρω, το έχω δει, το έχω ακούσει, το έχω ζήσει. Όταν τη μία στιγμή φθονείς, καταριέσαι ή βρίζεις τον εχθρό σου την ακριβώς επόμενη μπορεί να κάνεις το ίδιο για το φίλο σου. Και φυσικά δεν είναι δυνατό να μας αρέσουν όλοι όμως δεν είναι απαραίτητο να χαλάς τη ζωή σου για να κάνεις κακό σε κάποιον ούτε και να τον γυροφέρνεις από συμφέρον την ίδια στιγμή που του έχεις σείρει τα εξ αμάξης.
Τόση κακία, τόσος φθόνος, τόση διπλωματία (εγώ το λέω διπροσωπία), τόση μικροψυχία υπάρχουν τριγύρω. Και συχνά ο λόγος δεν είναι προφανής. Έχω σιχαθεί! Δεν ξέρω αν είμαι εγώ καλή. Μπορεί να είμαι η χειρότερη. Και σίγουρα δεν είμαι η κατάλληλη για να κρίνω τους άλλους. Όμως είμαι αυτή που ρώτησα για πρώτη φορά "Γιατί μαμά ο κόσμος είναι τόσο κακός;" όταν ήμουν ήμουν 17 σαν να ήμουν 6!
Για κάποιους η αθωότητα και η καλοσύνη είναι προνόμια για άλλους ελαττώματα! Για  μένα είναι προνόμια. Μεγάλα προνόμια! Και στο κάτω κάτω η καλοσύνη τελικά έχει απίστευετες αντιστάσεις απέναντι στην κακία!

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2012

Η συνταγή της ευτυχίας!

Τι είναι ευτυχία; Λένε κάτι στιγμιαίο, περαστικό και δύσκολο να την αποκτήσεις! Στιγμιαίο και περαστικο; Και δύσκολο; Σίγουρα όχι πολύ ενθαρρυντική περιγραφή για να την κυνηγήσεις. Παρόλα αυτά ποιος δεν θέλει να είναι ευτυχισμένος; Ξέρετε γιατί;
Θα σας πω εγώ τι είναι ευτυχία! Χρειάζεται μία μόνο στιγμή για να την αποκτήσεις. Μα δεν είναι στιγμιαία! Μπορεί από τη μία στιγμή στην άλλη να γίνει δυστυχία. Ξέρετε όλα αυτά τα τρομερά χτυπήματα της μοίρας που λένε και οι λάθος χειρισμοί των καταστάσεων. Κι όλα αυτά που συνήθως δεν είναι ανατρέψιμα. Μα όσο περνά απ' το δικό μας χέρι δεν είναι περαστική! Όσο για το δύσκολη, δεν είναι καθόλου δύσκολο να την αποκτήσεις γιατί πολύ απλά έρχεται ξαφνικά και απ' το πουθενά, χωρίς να την περιμένεις ή να την κυνηγάς. Δύσκολο είναι να την κρατήσεις και να την εδραιώσεις. Εκεί χάνουν οι άνθρωποι το παιχνίδι και τη λένε στιγμιαία και περαστική. Ξέρετε γιατί;
Γιατί είναι άπληστοι. Γιατί ποτέ δεν τους φτάνει το λίγο ή το πολύ και θέλουν πάντα περισσότερο. Γιατί δεν συνειδητοποιούν τι έχουν μες στα χέρια τους και φθονούν τους άλλους ακόμα κι αν αυτοί οι άλλοι έχουν λιγότερα. Πώς μπορείς να είσαι ευτυχισμένος αν η καρδιά σου είναι μαύρη; Αν ζητάς πάντα να αρπάξεις το έχειν του άλλου, αν φθονείς τον άλλον; Πώς μπορείς να είσαι ευτυχισμένος αν αντί για να φτιάξεις και να κρατήσεις τη δική σου ευτυχία εποφθαλμιάς και κοιτάς να καταστρέψεις την ευτυχία του άλλου; Λυπάμαι τους ανθρώπους που είναι δυστυχισμένοι εξαιτίας του εαυτού τους.
Μεγαλώνουμε και νομίζουμε πως κάτι κάνουμε. Τίποτα! Κάθε μέρα σκέφτομαι "Να ξεχάσω να μεγαλώσω! Να μην γίνω σαν τους άλλους "μεγάλους"!". Δεν ξέρω αν έχω πολλά ή λίγα, περισσότερα ή λιγότερα από τους άλλους και πώς ορίζονται αυτά τα περισσότερα ή λιγότερα. Όμως σίγουρα ξέρω ότι είμαι ευτυχισμένη. Γιατί όταν χαμογελάω ξέρω το γιατί! Γιατί δεν μισώ και δεν φθονώ κανέναν! Γιατί ακόμα κι όταν γίνομαι κακιά είμαι παιδί και το μετανιώνω! Γιατί έχω "ξεχάσει" να μεγαλώσω όπως οι άλλοι!
Το κλειδί είναι να ευχόμαστε να έχουμε ό,τι χρειαζόμαστε και όχι ό,τι θέλουμε! Γιατί πολλές φορές αυτά που θέλουμε βλάπτουν εμάς (χωρίς να το ξέρουμε) ή τους άλλους (χωρίς να μας νοιάζει). Ευτυχισμένος είναι αυτός που θέλει ό,τι πραγματικά χρειάζεται και μπορεί να έχει!
Τελικά η χαρά είναι το προνόμιο των πολλών μα η ευτυχία είναι το προνόμιο των λίγων (δυστυχώς)!

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2012

Απολογία...(!)



Εξαφανίστηκα από εδώ γύρω καιρό τώρα... Μήνες... Και τώρα ήρθε η ώρα για την απολογία! Απολογία σε ποιον; Στον εαυτό μου; Πώς έμεινα τόσο καιρό χωρίς να μου μιλήσω; Χωρίς να κοιτάξω μέσα μου; Ο καιρός περνάει κι εγώ κάτι έχω πάθει! Τι μου συμβαίνει; Ούτε κι εγώ ξέρω τι να απαντήσω.
Μήνες τώρα έχουν συμβεί πολλά. Η ζωή μου σε πράξεις. Πολλές πράξεις! Αλλά εγώ μένω άπρακτη κι η ψυχή μου απούσα! Τι μου συμβαίνει; Πάω από το κακό στο χειρότερο νομίζω. Συχνα δεν με αναγνωρίζω! Με κοιτάω στον καθρέφτη και με ρωτάω "Τι νομίζεις ότι κάνεις ηλίθια;". Γίνομαι ξένη. Φοβάμαι. Γίνομαι αδύναμη!
Πού είμαι εγώ; Εγώ που πάντα έλεγα ότι θα είμαι δυνατή, θα τα καταφέρω, θα τα αντιμετωπίσω όλα, θα τη βρω την άκρη, δεν  θα εξαρτώμαι από κανέναν κι από τίποτα... Και τώρα τι; Εξαρτώμαι... από σένα, σχεδόν απόλυτα! Δεν φταις εσύ! Άφηνα τα γεγονότα, τους ανθρώπους να με προσπερνάνε και όλα αυτά μέσα μου μεγάλωναν κάθε μέρα μέχρι που με έπνιξαν. Ήσουν ό,τι ακριβώς μου έλειπε, ό,τι χρειαζόμουν. Και αφέθηκα... Μα αυτά τα μέσα τότε βρήκαν διέξοδο... και με κατασπάραξαν. 
Είναι φορές που νιώθω ότι σε εκμεταλλεύομαι! Εκμεταλλεύομαι τη δική σου αδυναμία, τη μοναδική σου αδυναμία και νιώθω απαίσια. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω αν νιώθω. Παρά μόνο όταν είσαι δίπλα μου, γύρω μου. Δεν φαντάζεσαι πόσο φοβάμαι μόνη! Δεν φαντάζεσαι πόσο δεν αντέχω να νιώθω πως το παιχνίδι έχει χαθεί και ότι δεν ξέρω πως να κερδίσω το χρόνο!
Κι είναι κι αυτά τα ηλιοβασιλέματα. Τα πιο ξαφνικά, τα πιο χρωματιστά που τα περνάω μακριά σου. Βλέπω συχνά τον ήλιο να χάνεται στη θάλασσα μα πάντα με τη λάθος ανθρώπους. Και μετά το ουράνιο τόξο. Το πρώτο κανονικό μου ουράνιο τόξο. Και τι σημασία έχουν όλα αυτά. Τι αξία έχει να στα δείξω σε μια οθόνη ή ένα χαρτί. Το θέμα είναι να τα δεις κι εσύ. Τα μάτια σου δίνουν την αξία.
Μου έλεγες ότι στην άκρη του ουράνιου τόξου υπάρχουν θησαυροί κι εγώ σου είπα ότι δεν τους είδα όμως τον έχω βρει τον δικό μου θησαυρό. Όμως το πρόβλημα είναι ότι δεν ξέρω πολλές φορές να τον εκτιμάω και να τον διαχειρίζομαι! Όταν ήμουν μικρή νόμιζα ότι το ουράνιο τόξο ήταν μια γέφυρα και ήθελα να την περπατήσω κι εσύ έψαχνες θησαυρούς! Μάταια; Τίποτα δεν είναι μάταιο! Αρκεί να είσαι εσύ εκεί γύρω! Τότε ακόμα κι ένας σβηστός ήλιος που χάνεται στον βούρκο μπορεί να γίνει το ομορφότερο ηλιοβασίλεμα!
Μα ζούμε μακριά και χάνουμε επεισόδια από τις ζωές μας και στιγμές σημαντικές σαν τα ηλιοβασιλέματά μου. Όμως ταυτόχρονα είμαστε κι οι δυο πάντα εκεί, συνάντηση που λίγοι μπορούν να καταλάβουν. Ακόμα κι αν σε λίγο έχω περισσότερες "ευκαιρίες ζωής", περισσότερες επιλογές, ακόμα κι αν η δική σου μέρα γίνει άχαρη και μονότονη εμένα απλά μου φτάνει αν σε βλέπω να κοιμάσαι και να ξυπνάς, αν είμαι εκεί κοντά ακόμα και στις κακές στιγμές σου. Την καρδιά σου θα την ακούω όσο μακριά κι αν πας όμως τα μάτια σου δεν θα μπορώ να τα δω. Μακάρι να μπορούσα.
Είναι μια στιγμή πολύ μικρή που παύεις να έχεις πια δικαιώματα και φορτώνεσαι ευθύνες και υποχρεώσεις ασήκωτες, σημαντικές. Μεγαλώνεις... Έτσι απλά. Μια πολύ μικρή στιγμή! Και τη στιγμή αυτή εγώ διαλύομαι. Λάθος ώρα. Πάντα λάθος ώρα. Σε ποια πόδια να σταθώ αν τα δικά μου έχουν σπάσει; 
Σκόρπια... Όλα σκόρπια... Λέξεις, πράξεις, αισθήματα... Σκόρπια και πώς να τα μαζεψεις; Πώς να βεις την άκρη; Ποια είναι η άκρη; Μα ακόμα κι αν όλα μοιάζουν κουβάρι ακόμα κι αν νιώθω να με έχω χάσει, από αμέλεια, θα τα καταφέρω. Χάρη σε σένα είμαι ακόμα εδώ και μπορώ να τα καταφέρω. Όλα... Μα είναι αλήθεια πως κίνητρο μου δίνουν κι αυτοί που με αμφισβητούν. Αυτοί που ποτέ δεν πίστεψαν σε 'μένα, σε 'μας. Γιατί αυτοί απλά δεν μπορούν. Κι είναι δικό τους θέμα κι ίσως να τους λυπάμαι λίγο.
Ξέρεις κάτι; Αν η ζωή είναι "ταξίδι" η δική μου είναι "ταξίδια", πολλά ταξίδια! Και ντρέπομαι αν έχω πει πως μένουν όλα ίδια!   
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...