Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2012

"Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας" & κάτι δικά μου (!)


"Στο μεγάλο λιβάδι καταμεσής είχε φυτρώσει μια ψηλόλιγνη λεύκα. Κανένας δεν θυμόταν πότε και πως. Ίσως ούτε κι η ίδια θα μπορούσε να απαντήσει. Όλοι την θαύμαζαν για τη λυγεράδα, την κορμοστασιά της και προπαντός για την ασημένια της φορεσιά. Ποιος όμως θα το φανταζόταν πως ήταν μια δυστυχισμένη λευκά. Όσο μακριά κι αν έστελνε το βλέμμα της δε συναντούσε άλλο δέντρο. 
«Ολομόναχη, λοιπόν, χωρίς φίλους, χωρίς κάποιον να αλλάξω δυο κουβέντες», συλλογιζόταν...
[...] Έτσι περνούσαν οι μήνες και τα χρόνια κι όλα φαίνονταν άχρωμα στη λευκά. Ώσπου μια μέρα άρχισε η ζωή να της χαμογελάει. Ήταν μια φθινοπωριάτικη μέρα μ' έναν ήλιο ολόχρυσο, που απλώθηκε στο λιβάδι μετά την πρωινή βροχή. Φρεσκοπλυμένη από τη βροχή γυάλιζε η λευκά ένα ένα τα ασημένια φύλλα της. Έφτασε τέλος να γυαλίσει και τα πιο ψηλά, όταν είδε να κατηφορίζει από τους πέρα λόφους ένα κάτασπρο άλογο. Κάτασπρο σαν το χιόνι. Τόσο περήφανο άλογο δεν είχε ξαναπατήσει στο λιβάδι. 
[...] Κι όσο πλησίαζε το άλογο, αυτή δε χόρταινε να το κοιτάζει. Πήγε να σπάσει από χαρά η καρδιά της, όταν το άσπρο άλογο σταμάτησε εκεί κοντά κι ο καβαλάρης το έδεσε στον κορμό της. 
[...] Όμως το άλογο ούτε που γύρισε να την κοιτάξει. Και πρώτα γιατί ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό να κάνει παρέα με ένα δέντρο. Κι ύστερα, από μικρό δεν συμπαθούσε και πολύ τα δέντρα, γιατί συχνά το έδεναν στον κορμό τους, ενώ αυτό θα προτιμούσε να καλπάζει λεύτερο σε κάμπους και βουνά. Και τι παρέα να κάνει μ’ ένα δέντρο, αφού τα δέντρα, όπως νόμιζε, δεν ξέρουν να μιλούν. 
Πέρασε μια, πέρασαν δυο, πέρασαν τρεις μέρες κι η λεύκα αποτραβήχτηκε ξανά στη θλίψη και στη μοναξιά της, κι ας είχε τώρα εκεί στα πόδια της το πιο όμορφο άλογο. Προσπάθησε πολλές φορές να του μιλήσει μα αυτό ούτε που κατάλαβε. Όμως η μοναξιά άρχισε με τις μέρες να τρυπώνει σιγά σιγά και στην καρδιά του άλογου, έτσι δεμένο όπως ήταν με τις ώρες. 
Ένα μεσημέρι σήκωσε το κεφάλι του ψηλά κι αγκάλιασε για πρώτη φορά με το βλέμμα του τη λεύκα.
«Ποπό! Τι λυγερή που είναι! Και τι όμορφη! Και τα φύλλα της λες κι έχουν πάνω τους καθαρό ασήμι! Μα πόσο θα πρέπει να είναι δυστυχισμένη εδώ ολομόναχη μέσα στο λιβάδι», σιγοψιθύρισε το άλογο και συνέχισε να την θαυμάζει.
-Αχ, σε ευχαριστώ που με καταλαβαίνεις, ακούστηκε τότε μια λεπτή μελωδική φωνή να βγαίνει από τη φυλλωσιά της λεύκας μαζί με ένα θρόισμα ελαφρύ.
Και το άλογο δεν πίστευε στα αυτιά του. Αλήθεια, ήταν η λεύκα που του μίλησε.
-Ώστε έχετε φωνή και σεις τα δέντρα; Είπε απορημένα. Και γω που ξέρω μόνο τη γλώσσα των ζωών πώς γίνεται και καταλαβαίνω τη δική σου γλώσσα;
Και τότε η λευκά χαρούμενη που επιτέλους πια την άκουσε το άσπρο άλογο απάντησε:
-Το καθετί πάνω στη γη έχει τη γλώσσα του. Κι είναι γλώσσες που για να τις μάθεις χρειάζεται να τις σπουδάζεις χρόνια και χρόνια. Υπάρχουν όμως κι ένα σωρό άλλες γλώσσες. Για να τις καταλάβεις αυτές, φτάνει μόνο να θέλεις να τις καταλάβεις, να δώσεις προσοχή σ’ αυτόν που προσπαθεί να σου μιλήσει.
Από τη μέρα εκείνη το άσπρο άλογο δεν έβλεπε τη στιγμή να ξεκινήσει με το αφεντικό του για το χωράφι. Ανυπομονούσε να βρεθεί μια ώρα αρχύτερα κοντά στη λεύκα. Κι η λεύκα τις νύχτες που να κλείσει μάτι. Μετρούσε τις στιγμές που της φαίνονταν τώρα αιώνες και παρακάλαγε τον ήλιο να ανατείλει πιο νωρίς για να δει το άλογο να κατηφορίζει από τους πέρα λόφους. [...] Είχε ξεχάσει για τα καλά η λεύκα την μοναξιά. Και το άλογο τώρα ένιωθε μοναξιά σαν ήταν μακριά της, παρ’ όλο που  η παρέα δεν του έλειπε στο αγροτόσπιτο του αφεντικού. 
Όμως ένα πρωί το άλογο δε φάνηκε. Όσο και αν τέντωνε η λεύκα τα ψηλότερα κλαδιά της μήπως το δει να έρχεται από μακριά, τίποτα, τίποτα. Ούτε την άλλη μέρα φάνηκε, ούτε την παράλλη. Τότε κατάλαβε η λεύκα πως είχαν τελειώσει πια οι δουλειές στο διπλανό χωράφι και πως μ’ αυτές τελείωσαν οι όμορφες μέρες και η δική της ευτυχία.
«Πάει με τον καιρό θα με ξεχάσει το άσπρο άλογο», συλλογιζόταν κι η καρδιά της βάραινε σαν σίδερο. Σκέψεις παρόμοιες όμως έκανε και το άσπρο άλογο, που όλη τη μέρα δούλευε τώρα αλλού. Και τις νύχτες έμενε δεμένο μπροστά στην πόρτα του αγροτόσπιτου. «Αχ, η λεύκα θα νομίζει πως την ξέχασα». Και τα μάτια του πλημμύριζαν θλίψη. [...] Τώρα κατάλαβε πόσο βαθιά αγάπαγε την λεύκα. Και τι δεν θα έδινε να της έστελνε ένα μήνυμα, ένα σημάδι, πως δεν την ξέχασε, πως δεν το ήθελε να μένει μακριά της και άλλα τέτοια. 
[...] «Δεν το αντέχω άλλο, θα σπάσω το σχοινί. Η λεύκα με χρειάζεται και τη χρειάζομαι κι εγώ». Και μια και δυο σπάει το σχοινί και αρχίζει να καλπάζει ξέφρενα προς το λιβάδι. Πρόβαλε τότε ξαφνικά στο χειμωνιάτικο ουρανό ένα ολοστρόγγυλο πελώριο φεγγάρι που ασήμωσε τους γύρω λόφους. 
[...] Γρήγορο σαν τον άνεμο έφτασε κοντά της. Σηκώθηκε στα πισίνα του πόδια για να τη φιλήσει στο μάγουλο. 
Προσπάθησε και αυτή να σκύψει, γιατί το ήθελε και αυτή να φιλήσει το άλογο. Μα ο κορμός της κόντεψε να σπάσει. Δεν τα κατάφεραν. Ίσως μια άλλη φορά... Ύστερα ξάπλωσε το άλογο στα πόδια της και αυτή τίναξε τα κλαδιά της και του έριξε όσα φύλλα δεν της είχε πάρει ο χειμώνας για να το ζεστάνει. 
-Λεύκα μου τώρα έμεινες ολόγυμνη, θα ξεπαγιάσεις.
-Μην νοιάζεσαι, του απάντησε .Είμαι συνηθισμένη εγώ να περνάω το χειμώνα χωρίς την ασημένια φορεσιά μου. Στεναχωριέμαι μόνο που όταν με γνώρισες ήμουν φουντωτή και όμορφη...ενώ τώρα...
-Για μένα είσαι όμορφη όπως και να είσαι-τη διέκοψε το άλογο. Άλλωστε η άνοιξη θα σου φέρει καινούργια φορεσιά.
Εκείνη την στιγμή ακούστηκε από πάνω τους μια κοροϊδευτική βραχνή φωνή:
-Για δες, τι παράξενη, τι αταίριαστη αγάπη είναι πάλι και τούτη. Πάει χάλασε ο κόσμος. Ένα άλογο με μια λεύκα. Ας γελάσω...
Σήκωσαν τα μάτια τους και είδαν να περνάει ένα μαύρο κακομούτσουνο σύννεφο.
-Θα τρέξω να πω τα νέα και στα άλλα σύννεφα πίσω από τους λόφους να γελάσουμε με την ψυχή μας. Τέτοιο αστείο θέαμα έχω να δω πολύ καιρό, είπε το κακομούτσουνο σύννεφο και βιάστηκε να φύγει.[...]
-Χιλιάδες χρόνια ταξιδεύω πάνω στη γη, απ' τη μία της άκρη ως την άλλη. Είδαν πολλά τα μάτια μου. Πρώτη φορά μου συναντώ αγάπη τόσο όμορφη, τόσο ταιριαστή.
Ήταν το ολοστρόγγυλο φεγγάρι που είχε γλιστρήσει αθόρυβα από τον ουρανό και στάθηκε πάνω τους λούζοντας τα με ασημένιο φως.
[...]Την άλλη νύχτα όταν οι άνθρωποι κοιμόταν σ’ ολόκληρη την γη, της πρότεινε ένα μικρό περίπατο. Ξαφνιάστηκε η λεύκα.
-Περίπατο εγώ; Εγώ είμαι δέντρο. Το ξέχασες καλό μου άσπρο άλογο; Τα δέντρα μένουν ριζωμένα στην ίδια θέση.
-Το ξέρω μένουν ακίνητα γιατί κανένα ποτέ δεν δοκίμασε να περπατήσει. Μα είμαι σίγουρο πως μαζί μου θα κάνεις λίγα βήματα απόψε. Θα είσαι εσύ το πρώτο δέντρο που θα περπατήσει στη γη.
Κι έτσι έγινε. Ήταν υπέροχη εκείνη η νύχτα που η λεύκα περπάταγε καμαρωτά πλάι στο άσπρο της άλογο, κάτω από το ολοστρόγγυλο φεγγάρι. Ναι, ήταν εκεί και ο φίλος τους το φεγγάρι, που βγήκε επίτηδες να τους φωτίσει το δρόμο. Και απόψε έβαλε τα δυνατά του να γίνει πιο λαμπερό.
[...]Στο μεταξύ μπήκε η άνοιξη. Και τούτη τη φορά δώρισε στη λεύκα μια ασημένια φορεσιά που όμοια της δεν είχε ξαναφορέσει ποτέ λεύκα πάνω στη γη. Το άσπρο άλογο την καμάρωνε. [...] Τις νύχτες συνεχίζονταν οι περίπατοί τους. Και μια από αυτές τις νύχτες νάσου πάλι ο φίλος τους το φεγγάρι, τριγυρισμένο από εκατομμύρια αστέρια. Χαμήλωσε, χαμήλωσε, χαμήλωσε κι άλλο, ώσπου κάθισε στην κορυφή της λεύκας.
-Σας έφερα το δώρο σας, νάτο! Είπε χαρούμενα και τους έδειξε ένα κόκκινο σακούλι. Μου το έδωσε η καλή νεράιδα από το γειτονικό μου αστέρι. Μέσα του έχει μια μαγική χρυσόσκονη! Όταν τη ρίξω πάνω σας θα γίνετε και οι δυο σας ίδιοι. Δε θα είστε πια διαφορετικοί. Και θα χαρείτε έτσι την αγάπη σας χωρίς εμπόδια και πρόβλημα κανένα. Διαλέξτε: Θέλετε να ζήσετε σαν άλογα ή σαν λεύκες;
Και τότε όπως γίνετε στις πολύ μεγάλες αγάπες, του απάντησαν με μια φωνή, σαν να είχε διαβάσει ο ένας τη σκέψη του άλλου:
-Σε ευχαριστούμε, φεγγαράκι, για το δώρο σου, μα προτιμάμε να μείνουμε έτσι όπως είμαστε. Είμαστε τόσο ευτυχισμένοι. Η αγάπη μας δε χρειάζεται τη μαγική χρυσόσκονη.
-Εγώ συνέχισε η λεύκα, ξέρω καλά πόσο αρέσει στο άσπρο μου άλογο να τρέχει ξέφρενο μακριά, να καλπάζει. Θα ήταν κρίμα να γίνει λεύκα και να ριζώσει. Εμένα πάλι δεν μ αρέσει να καλπάζω. Μου φτάνουν οι νυχτερινοί περίπατοι. Αντίθετα με ευχαριστεί να λικνίζομαι στο απαλό αεράκι.
-Έχει δίκιο η λεύκα μου, συμπλήρωσε το άλογο, θα ξεκουράζομαι στα πόδια της. Πάντα κοντά της θα γυρίζω. Για μας η αγάπη μας είναι τόσο ταιριαστή! Κι έτσι θα μείνουμε, εκείνη λεύκα, άλογο εγώ.
Και πριν προλάβει να τελειώσει τα λόγια του το άλογο, ένιωσε να ψηλώνουν τα πόδια του. Κι η λεύκα έσκυψε πρώτη φορά τόσο πολύ χωρίς πόνους στη μέση της. Έτσι έδωσαν το πρώτο τους φιλί..."
Αποσπάσματα από το παραμύθι του Χρήστου Μπουλώτη 
"Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας"

Και τα δικά μου:
Στην πρώτη ανάγνωση του παραμυθιού το πρώτο πράγμα που κράτησα και ο λόγος που ήθελα να το μοιραστώ ήταν οι λίγες γραμμές που έχω υπογραμμίσει πιο πάνω. Το μαύρο κακομούτσουνο σύννεφο. Μαύρο και άσχημο όπως οι κακοπροαίρετοι άνθρωποι που δεν έχουν παρά ένα κακό λόγο για όσα δεν μπορούν να φτάσουν. Παντού και πάντα υπάρχουν μαύρα σύννεφα και ποτέ δεν είναι μόνο ένα!
Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντάς το άρχισα να βρίσκω κι άλλα ενδιαφέροντα. Η ανάλυση του στο σημερινό μάθημα ήταν δυστυχώς εξαντλητική και προσπάθησα για την ώρα να την ξεχάσω. Προβλήματα ετερότητας και θεματικοί κύκλοι δεν με ενδιαφέρουν στην παρούσα φάση. Δεν ξέρω τι είχε στο μυαλό του ο συγγραφέας και τι ήθελε να περάσει στα παιδιά (και όχι μόνο) και για την ώρα δεν με νοιάζει. 
Γιατί πολύ απλά εγώ δεν είδα κανένα πρόβλημα διαφορετικότητας παρά μία υπάρχουσα πραγματικότητα και καθόλα ταιριαστή. Δύο πρόσωπα με κάποιες διαφορές, εμφανείς και μη, που συμπληρώνουν το ένα το άλλο και είναι ευτυχισμένα. Και μαζί μ' αυτά οι κακοπροαίρετοι και οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι. 
Είναι θαύμα πώς η αγάπη και η αποδοχή του άλλου ως έχει μπορούν να οδηγήσουν σε ευτυχισμένο τέλος. Παρόλα αυτά δυστυχώς οι άνθρωποι συνήθως δεν έχουν το χρόνο και τη διάθεση να κατανοήσουν και να αποδεχτούν τους άλλους. Γι' αυτό και οι ανθρώπινες σχέσεις συχνά καταλήγουν σε "Βατερλό". Αν σκεφτούμε και λίγο τα λόγια των "μαύρων σύννεφων" στη ζωή μας τα πράγματα σαφώς χειροτερεύουν.
Το θέμα λοιπόν είναι να τα έχουμε καλά με τον εαυτό μας, να αποδεχόμαστε τους άλλους και να αγνοούμε αυτούς που κακοπροαίρετα κριτικάρουν εμάς και τις σχέσεις μας. Και τότε θα γίνουμε αν όχι ευτυχισμένοι (γιατί η πραγματικότητα δεν είναι παραμύθι!) σίγουρα περισσότερο χαρούμενοι!
Και για ακόμα μια φορά δικαιώνομαι ότι πολλά παραμύθια αλλιώς διαβάζονται από τα παιδιά και αλλιώς απ' τους μεγάλους κι απλά αναρωτιέμαι για ποιον από τους δύο έχουν γραφτεί! Κι αν έχω να πω κάτι στους "ΜΕΓΑΛΟΥΣ" που σνομπάρουν όλα αυτά είναι: ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ!

3 σχόλια:

  1. Πω πωωω... Πόσα χρόνια πίσω με γύρισες... Το'χα διαβάσει στο δημοτικό αυτό το υπέροχο παραμύθι... Μ' είχε μαγέψει τότε, με μάγεψε πάλι και τώρα... Πολύ σωστά τα σχόλιά σου, σ' ευχαριστώ που το δημοσίευσες... :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Πόσο δίκιο έχεις!
    Είναι χρόνια τωρα πια που βρίσκω άλλα νοήματα σε βιβλία που διάβασα στα μικρά μου χρόνια και τώρα τα βλέπω με άλλο μάτι και όχι μόνο παραμύθια....
    Μα να σκεφτούμε πως αυτά τα γράφουν μεγάλοι και απευθύνονται στα παιδιά, θέλουν να τους περάσουν μηνύματα ... λογικό τα παιδικά μάτια και η λογική να βλέπουν αλλοιώς και να μη καταλαβαίνουν απόλυτα τι διαβάζουν.

    Απίθανο το παραμύθι σου...ομολογώ πως μου ήταν άγνωστο...αλλά με μάγεψε!!
    Να είσαι καλά.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Απλά υπέροχο και πάντα επίκαιρο

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Μίλα ψιθυριστά! Κάποιος ονειρεύεται....

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...